Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Ζοζέ Σαραμάγκου, Το Τελευταίο τετράδιο

«Ο μαθητευόμενος σκέφτηκε: “Είμαστε τυφλοί” κι έκατσε να γράψει το “Περί τυφλότητος”, για να υπενθυμίσει, σε όποιον τυχόν το διαβάσει, πως όταν εξευτελίζουμε τη ζωή χρησιμοποιούμε διεστραμμένα τη λογική, πως η αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ύπαρξης προσβάλλεται καθημερινά από τους κραταιούς του κόσμου μας, πως το παγκόσμιο ψέμα πήρε τη θέση της πληθυντικής αλήθειας και πως ο άνθρωπος έπαψε να σέβεται τον εαυτό του όταν έχασε τον σεβασμό του για τον πλησίον. Κατόπιν, ο μαθητευόμενος, σαν να ’θελε να εξορκίσει τα τέρατα που γέννησε η τυφλότητα της λογικής, βάλθηκε να γράψει την πιο απλή απ’ όλες τις ιστορίες του: ένας άνθρωπος αναζητεί έναν άλλον άνθρωπο, μόνο και μόνο γιατί κατάλαβε πως αυτό είναι το πιο σημαντικό που μπορεί να απαιτήσει η ζωή από μια ανθρώπινη ύπαρξη».    Ζοζέ Σαραμάγκου, Ομιλία στη Στοκχόλμη κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας 1998


Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης "Το Άξιον Εστί " Σχόλια





  • Γενικά για το έργο

 Το Άξιον Εστί γράφτηκε το 1959 και είναι ένα συνθετικό ποίημα.  Βασίζεται πάνω στη βυζαντινή λειτουργική παράδοση. Χωρίζεται σε τρία μέρη: « Η Γένεσις». « Τα Πάθη», «Το Δοξαστικό». Το πρώτο μέρος έχει ως θεματικό κέντρο τη δημιουργία του κόσμου και τη θέση του στη συνείδηση του ποιητή. Το δεύτερο αναφέρεται στα πάθη του ποιητή και του ελληνισμού κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την Κατοχή και στο τρίτο κυριαρχεί η Ελλάδα( φύση, θρησκεία-ιδιαίτερη αναφορά στην Παναγία-, ποιητής). Η αφήγηση γίνεται σε α΄ πρόσωπο: άλλοτε είναι ο ποιητής και άλλοτε ο Έλληνας που αφηγείται. Στο ποίημα γίνεται προσπάθεια να ταυτιστεί η μοίρα του ποιητή με τη μοίρα της Ελλάδας, που και οι δυο πασχίζουν για την ελευθερία. Η γλώσσα του ΄Αξιον Εστί περιέχει στοιχεία από τον Όμηρο ως το Μακρυγιάννη και από το Βυζάντιο ως το Σολωμό. Ο Ελύτης, όμως, προχώρησε και στον εμπλουτισμό της με νέες λέξεις και συνέβαλε στην ανανέωσή της (γενικά της νεοελληνικής). 




  • Το απόσπασμα: Τα Πάθη, Άσμα η

 Το θέμα του αποσπάσματος είναι η απόγνωση του ποιητή για τα δεινά του ελληνικού λαού στην Κατοχή, για τις εκτελέσεις των αντιστασιακών, την πείνα και την αναμενόμενη επιδείνωση της κατάστασης.



                                        Πρώτη ενότητα: Ο ποιητής αναζητά διέξοδο και τη βρίσκει στο παράθυρο, απ΄όπου κοιτάζει το χιονισμένο τοπίο (πρόκειται για το χειμώνα του 1941-42, οπότε πέθαναν από την πείνα πολλοί Έλληνες). Η αναφώνηση «Αδελφοί μου» και ο μέλλοντας « θα τ΄ατιμάσουν» δίνουν προφητικό τόνο στην πρώτη στροφή: τα δέντρα θα μετατραπούν σε αγχόνες για τους Έλληνες αγωνιστές.








                                        Δεύτερη ενότητα: Η υπερρεαλιστική εικόνα «Δάγκωσα τη μέρα και δεν έσταξε ούτε σταγόνα πράσινο αίμα» δηλώνει ότι η χαρά της ζωής και οι χυμοί της έχουν στεγνώσει και έχουν δώσει τη θέση τους στο θάνατο. Δεν υπάρχει ελπίδα: το σκοτάδι κυριαρχεί. Ακόμα και ο ήλιος, σύμβολο της ζωής και της ελευθερίας, οδηγεί στο θάνατο ( «Κι η αχτίδα του ήλιου γίνηκεν, ιδέστε / ο μίτος του Θανάτου!»).





                              Τρίτη ενότητα:  Κυριαρχεί η εικόνα των μαυροφορεμένων γυναικών, που αντί να αντλούν νερό από τα πηγάδια για να προσφέρουν στα παιδιά τους(«στ΄ αηδόνια των αγγέλων») βγάζουν μέσα από τα πηγάδια τα νεκρά κορμιά των αδικοσκοτωμένων συμπατριωτών τους. Υπάρχει αντίθεση του ευτυχισμένου παρελθόντος με το τραγικό παρόν.







                               Τέταρτη ενότητα:  Ο ποιητής εκφράζει την οργή του λαού του («άχτι») για τα δεινά που προξένησε η Κατοχή (πείνα, θάνατος , ερήμωση πόλεων). Υπάρχει ελπίδα στην Αντίσταση που με προκηρύξεις και συνθήματα στους τοίχους συντηρεί το αισιόδοξο φρόνημα του λαού.




 


        
               








 Πέμπτη ενότητα: Το σκοτάδι σκεπάζει τα πάντα και την ψυχή του ποιητή. Δίνεται ξανά προφητικός τόνος για το μέλλον( «μαύρες ώρες φτάνουν»). Παρόλαυτα η απαισιοδοξία δεν είναι απόλυτη, αφού οι ίδιοι οι κατακτητές («τέρατα») δηλητηριάζονται από το θάνατο που υπάρχει μέσα τους.(«οι χαρές μιάνει / τα σπλάχνα των τεράτων»).







                           Έκτη ενότητα: Επανέρχεται το τοπίο του θανάτου. Η στροφή αποτελείται από δύο στίχους της πρώτης και έξι της δεύτερης στροφής: η κυριαρχία του θανάτου είναι απόλυτη. 







Τεχνική: Το ποίημα συνδυάζει στοιχεία της παραδοσιακής ποίησης( στερεή δομή των στροφών που συνδέονται και νοηματικά μεταξύ τους) και της σύγχρονης ποίησης ( υπερρεαλιστικές εικόνες, απουσία στίξης). Υπάρχει μουσικότητα: το απόσπασμα έχει τον ίδιο αριθμό συλλαβών σε κάθε στίχο με τον ύμνο « Αι γενεαί πάσαι» της Μ. Παρασκευής.

Ύφος-Γλώσσα:  Ο λόγος είναι πλούσιος. Το ύφος είναι μεγαλοπρεπές και σοβαρό , θυμίζει έντονα θρησκευτικό κείμενο.



Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Which classical character are you? | OxfordWords blog



Αν αναρωτιέστε ποιος ή ποια θα μπορούσατε να είστε αν δεν ήσασταν αυτοί/ες που είστε, το Oxford Classical Dictionary έφτιαξε αυτό το κουίζ για να σας βοηθήσει...

Which classical character are you? | OxfordWords blog

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Ηλίας Βενέζης "Το Νούμερο 31328"




        

*    Το έργο: Έργο-Ντοκουμέντο. Αποδίδονται οι εμπειρίες του συγγραφέα στα τάγματα εργασίας. Ο ίδιος ο συγγραφέας θέλει το βιβλίο του να αποτελέσει μια διαμαρτυρία εναντίον του πολέμου. «Τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται», «Δε γίνεσαι συγγραφέας αν δεν το πληρώσεις ακριβά με τη ζωή σου», «Είμαι ευγνώμων στη Μοίρα μου», λέει ο ίδιος για το έργο του. Στο έργο βλέπουμε την προσπάθεια του ανθρώπου να νικήσει το θάνατο και να επιβιώσει.

*    Το θέμα του αποσπάσματος: Τα δεινά των Ελλήνων αιχμαλώτων στα τάγματα εργασίας και η αμοιβαία προσέγγιση ανθρωπιάς ανάμεσα σ’ αυτούς και τους φρουρούς κάτω από την απάνθρωπη συμπεριφορά των βαθμοφόρων.


*    Επιμέρους θέματα που εξετάζονται στο απόσπασμα

*    Οι μαφαζάδες και ο «σκληρός τοίχος»:  Οι αιχμάλωτοι πρέπει να μισούν τους φρουρούς, γιατί είναι αντίπαλοι, υπέφεραν πολλά δεινά από αυτούς = σκληρός τοίχος.
*    Η επιτροπή και το μαστίγωμα:  Οι Τούρκοι παρουσιάζονται αμαθείς και απολίτιστοι ενώ αντίθετα οι Έλληνες φαίνονται πιο έξυπνοι, προηγμένοι πολιτιστικά και πιο έμπειροι. Η δραματική ένταση στη σκηνή του μαστιγώματος εκφράζεται με: α) δραματικό ενεστώτα, β) ασύνδετα σχήματα, γ) μεταφορές, δ) παρομοιώσεις, ε) επαναλήψεις, στ) ειρωνεία,  ζ) κοφτό λόγο, η) ρεαλισμό.
*    Η αλληλεγγύη των αιχμαλώτων στο φρουρό : ομαδική πράξη συμπόνιας, ανθρωπιάς. Οι Έλληνες εξυψώνονται ηθικά σ’ αυτό το σημείο, ενώ οι μαφαζάδες φαίνονται δειλοί.
*    Η κοινή μοίρα αιχμαλώτων και μαφαζάδων: 
-         Τιμωρούνται με μαστίγωμα και οι μεν και οι δε με την ίδια σκληρότητα μπροστά σε όλο το στρατόπεδο.
-         Ένα είδος ποινής για τους μαφαζάδες ήταν να δουλεύουν με τους αιχμαλώτους = εξίσωση.
-         Έχουν και οι δύο βάσανα και ζουν με τις ίδιες στερήσεις.
-         Νιώθουν ότι τους δένει γενικά κοινή δυστυχία, για την οποία επικαλούνται την ευσπλαχνία του Θεού.
-         Ζουν με τον τρόμο των Τούρκων αξιωματικών και των Ελλήνων τσαουσάδων.
-         Νιώθουν έντονα τη στέρηση της πατρίδας τους και τη νοσταλγία.
*                 Η σταδιακή προσέγγιση των δύο ομάδων: Η πορεία είναι η εξής: α) Αρχικά υπάρχει αντιπάθεια και μίσος από τους αιχμαλώτους. Ωστόσο οι μαφαζάδες είναι αμαθείς και άξεστοι και νιώθουν την ανάγκη να πλησιάσουν τους αιχμαλώτους.
                   β) Οι αιχμάλωτοι υποδεικνύουν στους μαφαζάδες πώς θα διεκδικήσουν τους αιχμαλώτους.
                   γ) Η δυστυχία τους είναι κοινή: μαστιγώνονται και αιμορραγούν. Οι αιχμάλωτοι παρηγορούν το μαφαζά που μαστίγωσε παρά τη θέλησή του.
                  δ) Αποφασιστικό βήμα για την προσέγγιση κάνουν οι αιχμάλωτοι με την παράτολμη και δυναμική επέμβαση των αιχμαλώτων για τη σωτηρία του μαφαζά: τον βλέπουν ως άνθρωπο που απειλείται η ζωή του.


                   ε) Ύστερα η προσέγγιση γίνεται πλήρης: η παρέα στους αιχμαλώτους    -       δεν τους αποκαλούν «σκλάβους»   -      τους φέρονται φιλικά  -        χαλαρή επιτήρηση στην εργασία τους  -      δίνουν εντολές σε φιλικό τόνο    -    στα διαλείμματα τρώνε με τους αιχμαλώτους και κουβεντιάζουν  Ασυνείδητα («χωρίς να το καταλάβουμε…») -        Ο σκληρός τοίχος πέφτει και οι άνθρωποι του στρατοπέδου χωρίζονται σε σκληρούς βαθμοφόρους και σε καταπιεσμένους αιχμαλώτους και μαφαζάδες.     
*            Ο τουρκικός στρατός: α) οι ανώτεροι ασκούν εξουσία στους κατώτερους ανεξέλεγκτα και τους συμπεριφέρονται σαν απόλυτοι άρχοντες,  β) οι στρατιώτες δεν έχουν στοιχειώδη δικαιώματα και είναι αδιανόητο να εκφράσουν αιτήματα,  γ) επιβάλλονται απάνθρωπες ποινές και φριχτά βασανιστήρια τα οποία εκτελούνται μπροστά σε όλους για παραδειγματισμό,  δ) οι βαθμοφόροι χρησιμοποιούν τους στρατιώτες για προσωπικές εξυπηρετήσεις,  ε) στους στρατιώτες δίνεται καθημερινό επίδομα που πολλές φορές το κλέβουν οι αξιωματικοί.


*                Συναισθήματα:
                         Αναγνώστης: συμπόνια, οίκτος για τους αιχμαλώτους και τους μαφαζάδες / αγανάκτηση, απέχθεια, οργή, μίσος για τους Τούρκους βαθμοφόρους και τους Έλληνες αξιωματικούς.
                         Πρωταγωνιστές:  νοσταλγία, μίσος, απελπισία και φόβος των μαφαζάδων, οίκτος και αγωνία όσων παρακολουθούσαν το μαστίγωμα, συμπόνια αιχμαλώτων και μαφαζάδων, τρόμος που ενέπνεαν οι βαθμοφόροι.   


*                Στόχος συγγραφέα:  Παρουσιάζει την τραγωδία των Ελλήνων αιχμαλώτων και την αμοιβαία προσέγγιση ανθρωπιάς. Καταγγέλλει τη βία του πολέμου, την έλλειψη σεβασμού στην ανθρώπινη οντότητα. Εξαίρει την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά.


*                Γλώσσα: Φροντισμένη. Πολλές τουρκικές λέξεις = αυθεντική  μαρτυρία, κατάσταση στρατοπέδου. Η σύνταξη απλή, ο λόγος κοφτός και παραστατικός. Γίνεται χρήση όλων των σημείων στίξης. Το ύφος είναι γλαφυρό, παραστατικό (διάλογος).

*                Αφήγηση: Γραμμική= τα γεγονότα παρουσιάζονται με τη σειρά που έγιναν. Ο αφηγητής αφηγείται σε α’ πληθυντικό, συμμετέχει στα δρώμενα (= προσωπική μαρτυρία). Η εστίαση είναι εσωτερική και ο αφηγητής δραματοποιημένος. Ο τρόπος αφήγησης είναι ο μεικτός = αφήγηση  + διάλογος.


*                 


Γιάννης Ρίτσος "Ο τόπος μας"



        
                                        
*  Το θέμα: Το θέμα του ποιήματος αποτελούν οι εικόνες του ελληνικού χώρου και οι σκέψεις- μνήμες του ποιητή: όσα, δηλαδή, αντιπροσωπεύουν τον τόπο μας.
*   Η συλλογική λειτουργία του ποιητή: Ο ποιητής αρχικά ανήκει στο σύνολο μιας συντροφιάς που κάνει περίπατο, όσο όμως διευρύνεται το τοπίο, ο ποιητής αντιπροσωπεύει όλον τον ελληνικό λαό (χρησιμοποιεί ρήματα και αντωνυμίες στο α’ πληθυντικό πρόσωπο).
*  Στοιχεία και γνωρίσματα του ελληνικού τοπίου(1η Ενότητα, στ.1-8) :
         α) Γεωργική ζωή:  λίγα χωράφια, πετρώδη εδάφη, ελιές και αμπέλια (=καλλιέργειες), παρουσία θάλασσας.


            

         β)Παρουσία ανθρώπων και ζώων:  αλέτρι, φωτιά, του παππουλή τα ρούχα, σκιάχτρο, καπέλο / κάργιες, πετεινός, αγελάδα. 
                       
         γ)Εικόνες της καθημερινής ζωής της υπαίθρου: είναι ρεαλιστικές: τα χωράφια που φτάνουν (τραβούν) στη θάλασσα / το αλέτρι στη φωτιά / το σκιάχτρο / ο γεωργός με το ψάθινο καπέλο κάτω από τις λεύκες / ο πετεινός στο φράχτη/ η αγελάδα που βόσκει.

                     
*   Μετάβαση στο ελληνικό πολιτισμικό παρελθόν (2η Ενότητα στ. 9-15):
      α) παρουσίαση του εθίμου της Ανάστασης = ρεαλιστική εικόνα (Πάνω στ' ανώφλια…την Ανάσταση). Ελληνορθόδοξη παράδοση, θρησκευτικό συναίσθημα ελληνικού λαού, έντονο το στοιχείο της παράδοσης και της σύνδεσης των γενεών  στους Έλληνες. Η λέξη «Ανάσταση» προμηνύει και την ελευθερία που ο ποιητής ευελπιστεί ότι θα έρθει με την ανατροπή της δικτατορίας.
      β) αναφορά στην αρχαιότητα ( αγάλματα = σύμβολα αρχαίου ελληνικού πολιτισμού) = υπερρεαλιστική εικόνα: μόνο στη σφαίρα του ονείρου τα αγάλματα ζωντανεύουν και ανεβαίνουν στα δέντρα. Η χρήση του επιρρήματος «κάθε»(νύχτα) και του ενεστώτα (βγαίνουν, ανεβαίνουν) υποδηλώνει την αδιάλειπτη παρουσία του παρελθόντος στο παρόν. Οι Έλληνες στους αγώνες τους πάντα εμπνέονταν και παραδειγματίζονταν από το παρελθόν και το ίδιο ευελπιστεί ο ποιητής ότι θα κάνουν και για τη χούντα του’67.
*   Εναλλαγή παρατήρησης-στοχασμού:
   α) παρατήρηση = όλες οι εικόνες που περιγράφονται πιο πάνω.
    β) Οι στοχασμοί και οι σκέψεις απορρέουν από τις εικόνες: Στιχ. 5-6: «Οι μέρες μας παίρνουν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες.»: ψωμί= σύμβολο επιβίωσης , καθημερινού αγώνα / λιακάδα = σύμβολο ελπίδας και ιδανικών.

                  Στιχ. 9-10: «Πώς έγινε… τη ζωή μας;» : πέτρινο χέρι = δύσκολα χρόνια της δικτατορίας. Η ερώτηση που εκφράζει ο ποιητής εδώ είναι ρητορική (γι΄ αυτό και δεν περιμένει απάντηση), αλλά εκφράζει το στοχασμό του, τον προβληματισμό του και τη μελαγχολία του για την τωρινή κατάσταση που περνούσε ο ελληνικός λαός (χούντα 1967). Παράλληλα, προβάλλεται και η νοσταλγία του για τη ζωή στη φύση. Στη θέση του ερωτηματικού θα μπορούσε να μπει θαυμαστικό ή αποσιωπητικά.  
     
                   Στιχ. 13-14: «Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος με υπομονή και περηφάνεια»:  Οι Έλληνες ζουν σε μια άγονη χώρα, με λιγοστές πλουτοπαραγωγικές πηγές. Η ζωή τους χαρακτηρίζεται από τον καθημερινό τους αγώνα για να δαμάσουν αυτή τη γη, ώστε να μπορέσουν να ζήσουν. Ο ποιητής θεωρεί ότι ο τόπος καθορίζει και χαρακτηρίζει τους ανθρώπους του. Έτσι οι Έλληνες διακρίνονται για το αγωνιστικό τους φρόνημα (αφού η ζωή τους είναι κοπιώδης) που διαμορφώθηκε μέσα από τις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες που πέρασε η χώρα  τους, αγαπούν τον τόπο τους και είναι περήφανοι γι’αυτόν.