Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Χειρωνακτική και πνευματική εργασία

Χειρωνακτική και πνευματική εργασία

  •   Η διάκριση είναι συμβατική, αφού ο άνθρωπος αποτελεί ενιαία οντότητα, ενότητα πνεύματος και σώματος. Σε εργασίες που υπερέχει η σωματική δύναμη (π.χ κατασκευές, απασχολούμενοι στη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία, τον στρατό, τις μεταφορές, κ.α) αυτές  χαρακτηρίζονται χειρωνακτικές.  Σε εργασίες που υπερέχει  η πνευματική δύναμη (π.χ δικηγόροι, συγγραφείς, εκπαιδευτικοί, οικονομολόγοι, κ.α) χαρακτηρίζονται ως πνευματικές ή επιστημονικές.
  •   Όλες οι εργασίες είναι απαραίτητες για την επιβίωση του  κοινωνικού συνόλου και την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας, άρα ισότιμες.  
  •   Διαφέρουν μόνο ως προς τον τρόπο που ασκούνται, τις συνθήκες εργασίας  και την αμοιβή τους.
  •   Και οι δύο μορφές εργασίας συμβάλλουν στην κάλυψη βιοτικών και ψυχικών αναγκών του ανθρώπου.
  •   Συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του.
  •   Προάγουν τον πολιτισμό, γιατί τα προϊόντα του πολιτισμού δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του πνεύματος, αλλά και των χεριών.

Γιατί οι χειρωνακτικές εργασίες θεωρούνται κατώτερες;
  •   Η χειρωνακτική εργασία αντιμετωπίζεται υποτιμητικά, ακόμη από την αρχαιότητα, όταν τα επαγγέλματα διακρίνονταν σε «ελεύθερα», που ασκούσαν οι ελεύθεροι πολίτες και σε «βάναυσα», που ασκούσαν οι δούλοι.
  •   Στις καπιταλιστικές κοινωνίες η μορφή εργασίας είναι κριτήριο για την απόκτηση κύρους. Η χειρωνακτική εργασία συνδέεται με τον αναλφαβητισμό, τη φτώχεια και το χαμηλό πνευματικό επίπεδο και απαξιώνεται.  Αντίθετα η πνευματική συνδέεται με τη δυνατότητα του ατόμου να έχει επαγγελματική σταδιοδρομία και εξέλιξη και να διαμορφώνει σχέσεις κοινωνικού κύρους. Ο διαχωρισμός αυτός δημιουργεί επαγγελματικά  στερεότυπα και αναπαράγει την κοινωνική ανισότητα.
  •   Οι χειρωνακτικές εργασίες αμείβονται λιγότερο και οι συνθήκες είναι πιο δύσκολες και κουραστικές και απαιτούν συχνά αυξημένη μυϊκή δύναμη.
  •   Η είσοδος της μηχανής δημιουργεί τυποποίηση στην εργασία, που με τη σειρά της οδηγεί στην αλλοτρίωση.
  •   Η εκπαίδευση (τεχνική-επαγγελματική ή) όσων ασχολούνται με χειρωνακτικές εργασίες είναι υποβαθμισμένη.
  •   Τα χειρωνακτικά επαγγέλματα δεν εξασφαλίζουν το κοινωνικό κύρος των πνευματικών επαγγελμάτων.

 
Το μάζεμα της ελιάς: εποχική αγροτική εργασία (R.A. McCabe, Ελλάδα:Τα χρόνια της αθωότητας, εκδ. Πατάκη, 2003).





Γιατί οι δύο μορφές εργασίας είναι ισότιμες;
  •   Σήμερα, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, οι χειρωνακτικές εργασίες που έχουν κυρίως σχέση με τη χρήση μηχανημάτων προϋποθέτουν  γνώσεις τεχνικές για τη χρήση τους. Δεν είναι αποκομμένες από τη λογική επεξεργασία.
  •   Η κοινωνική προσφορά του εργαζόμενου δεν προσδιορίζεται από τη μορφή της εργασίας του, αλλά από το περιεχόμενό της.
  •   Η συνεισφορά και των δύο μορφών εργασίας στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων είναι  ισότιμη: τα αγαθά που είναι απαραίτητα για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους παράγονται τόσο από τους χειρώνακτες, όσο και από τους πνευματικά εργαζόμενους.
  •   Η ισοτιμία όλων των μορφών εργασίας είναι απαραίτητη ώστε η επιλογή του επαγγέλματος  να μην καθορίζεται από στερεότυπα και προκαταλήψεις. Έτσι θα αποφευχθεί η έλλειψη εργατικών χεριών που υπάρχει σε ορισμένους κλάδους χειρωνακτικής εργασίας και η «παραγωγή» ανέργων πτυχιούχων που δεν έχει ανάγκη η αγορά εργασίας.
  •   Η ισοτιμία της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας αποδεικνύει ότι η κοινωνία δε διαχωρίζει τα μέλη της, αλλά αναδεικνύει την ελευθερία και την ισότητα, την αλληλεγγύη και τη διαφορετικότητα ως βασικές αξίες της.





Εργάτες και διανοούμενοι
Σήμερα, ακόμη και οι απλοί εργάτες πρέπει να εκπαιδεύονται και να μορφώνονται. Πρέπει να κατανοούν τα πολύπλοκα προβλήματα της εποχής μας. Διαφορετικά δε θα είναι τίποτε περισσότερο από ένα ζευγάρι χέρια που ενεργούν χωρίς να βλέπουν ποια είναι η σχέση της δουλειάς τους με την κοινωνική δομή.  Έτσι όπως είναι οι εργάτες σήμερα και όπως τους χρησιμοποιούν στην παραγωγή, θα μπορούσε να τους φανταστεί κανείς χωρίς κεφάλι. Αλλά και οι διανοούμενοι της εποχής μας είναι άνθρωποι μισο-ανάπηροι, αφού τα χέρια τους παραμένουν άχρηστα. Το μυαλό τους θα στεγνώσει τελικά, αν δεν μπορούν να πλησιάσουν το μεγαλείο της ζωντανής πραγματικότητας της εποχής μας, αν αποκλειστούν από το εργαστήριο της καθημερινής πρακτικής πραγματικότητας. Άνθρωποι με χέρια και χωρίς κεφάλι, και άνθρωποι με κεφάλι και δίχως χέρια είναι το ίδιο έξω από τόπο και χρόνο στη σύγχρονη κοινωνία.

                                                                                                       Μαρία Μοντεσόρι.

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ Κεφ. Γ. 9. Η κρίση του 1932



Αντλώντας πληροφορίες από το κείμενο που ακολουθεί και αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις, να παρουσιάσετε τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να ξεπεράσει την κρίση του 1932 και να αναφέρετε τόσο τις οικονομικές συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης όσο και τα θετικά αποτελέσματα της εθνικής οικονομικής πολιτικής.

Η βασική αρχή της νέας εμπορικής πολιτικής ήταν ότι οι εισαγωγές έπρεπε, όσο ήταν δυνατόν, να πληρώνονται με εξαγόμενα εθνικά  προϊόντα. Η μέθοδος των clearing (κλήριγκ) αποφεύγει σ’ένα μεγάλο βαθμό την παρεμβολή του συναλλάγματος και γι΄αυτό συγκρίνεται με τις πρωτόγονες μορφές συναλλαγών. Με το μηχανισμό αυτό κάθε χώρα εξωθείται να μην εισάγει προϊόντα άλλης, παρά μόνο με τον όρο ότι και  αυτή η τελευταία δέχεται να εισάγει σε αντιστάθμιση προϊόντα ίσης αξίας  της πρώτης. Η μορφή αυτή του εμπορίου προτιμήθηκε στο μεσοπόλεμο από πολλές χώρες, γιατί επέτρεπε την εξοικονόμηση συναλλάγματος και για τις δύο εμπορευόμενες πλευρές.[…]
Η μέθοδος των clearing επέτρεπε διάφορες παραλλαγές γύρω από το ποσοστό των εισαγωγών που θα καλυπτόταν με εξαγόμενα προϊόντα και γύρω από το ποσοστό που θα καλύπτονταν με καθαρό συνάλλαγμα. Οι συγκεκριμένες συμφωνίες κλείστηκαν με βάση τα στοιχεία των προηγούμενων ετών. Το πλεονέκτημα της μεθόδου αυτής ήταν ότι στηριζόταν σε συμφωνίες ολιγόμηνης διάρκειας, ανανεώσιμες, πράγμα που έδινε στο μηχανισμό των clearing μια ιδιαίτερη ευκαμψία και ικανότητα προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. […]
Το κράτος όμως παράλληλα ανέλαβε, με τον τρόπο αυτό, την προώθηση των εξαγωγών, σαν ένα μέσο για τη βελτίωση  των δημοσιονομικών πραγμάτων. Η οργάνωση του εξωτερικού εμπορίου με επίκεντρο το κράτος είχε μια ακόμη αξιοσημείωτη επίπτωση: παρακίνησε τους εμπόρους να οργανωθούν σε ενώσεις εισαγωγέων και εξαγωγέων με κρατική αιγίδα και κατοχύρωση. Στο πλαίσιο αυτών των ενώσεων, ο κάθε έμπορος διατηρούσε μια προσωπική μερίδα από τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές  με βάση τις επιδόσεις των τελευταίων χρόνων. Έτσι η ανάπτυξη του εμπορικού clearing εκτός από τις άλλες επιπτώσεις που είχε ενίσχυσε τον έλεγχο του κράτους πάνω στο εξωτερικό εμπόριο και οδήγησε στην «καρτελλοποίηση» της ελληνικής αγοράς. Στην ουσία, το εμπορικό clearing, με την τάση προς τη δημοσιοποίηση του εξωτερικού εμπορίου, εμφάνιζε πια τους εμπόρους σαν απλούς φορείς των αναγκών και των θελήσεων της κρατικής πολιτικής.

(Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ.ΙΕ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1978, σελ. 341.)

Πρωτοσέλιδο της 20ης Μαρτίου 1932 του "Ελεύθερου Βήματος" με το διάγγελμα του Ελ. Βενιζέλου για την επιτυχή αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ Συνδυαστικές ερωτήσεις από τα κεφάλαια για την οικονομία (19ος και 20ος αι.)





1    Σχέσεις κρατικής υποδομής της Ελλάδας και δημογραφικών δεδομένων της κατά τις περιόδους: α) μετά την Επανάσταση, β) μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.



2.     Η ιδεολογική χρήση της ελληνικής οικονομικής παρουσίας στο Εξωτερικό, από τις κυβερνήσεις του 19ου αιώνα και τον Βενιζελισμό.



3.      Η Ελληνική Μετανάστευση ολόκληρο τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου. Αίτια, χώρες προορισμού και συνέπειες για την εθνική οικονομία.



4.     Να συγκρίνετε τη διανομή των εθνικών κτημάτων το 1870-71 με την εκποίηση των τσιφλικιών της Θεσσαλίας μετά το 1881, από πλευράς αποτελεσμάτων στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα.



5.     Ποια τα κατεξοχήν εμπορεύσιμα είδη του ελληνικού εδάφους και υπεδάφους στα οποία βασίστηκε η κρατική οικονομία μέχρι την εποχή της εκβιομηχάνισης;



6.     Ν' αναφερθείτε στις οικονομικές κρίσεις του 1893, 1920-22, και 1929-1932.



7.     Η ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας (1841) και της Τράπεζας της Ελλάδος(1827).



8.     Τα σπουδαιότερα δημόσια έργα (εκτός του σιδηροδρομικού δικτύου), που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα και στην εποχή του Μεσοπολέμου.



9.      Η σύναψη εθνικών δανείων κατά τον 19ο αιώνα και κατά την περίοδο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.


Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΕΦ. Β. 11. Το εξωελλαδικό κεφάλαιο



Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του παραθέματος και τις σχετικές πληροφορίες του βιβλίου σας: α) Να προσδιορίσετε τους παράγοντες που επέτρεψαν την επέκταση των δραστηριοτήτων των Ελλήνων κεφαλαιούχων της Διασποράς στην Ελλάδα. β) Να επισημάνετε τις συνέπειες των επενδύσεων του παροικιακού κεφαλαίου στην εθνική οικονομία της εποχής.

        Θα λέγαμε ότι η αναδίπλωση των δραστηριοτήτων του παροικιακού κεφαλαίου στην Ελλάδα τοποθετείται στη δεκαετία του 1870 και οφείλεται σε εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες. Οι εσωτερικοί παράγοντες εντοπίζονται στις πιέσεις των ευρωπαϊκών κεφαλαίων στους τόπους δράσης των ομογενών ή στην τάση επέκτασης των εργασιών τους με μια διαφοροποιημένη επενδυτική πολιτική και οι εσωτερικοί, στο ευνοϊκό κλίμα που υπήρχε στην Ελλάδα, στη χώρα που διψούσε για κεφάλαια [...].. Το πρόγραμμα των κυβερνήσεων Τρικούπη ήταν σταθερά προσανατολισμένο στους κεφαλαιούχους της διασποράς και απέβλεπε στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών, ώστε να εισρεύσουν τα κεφάλαια στον ελληνικό χώρο. Η εφαρμογή έμμεσης και όχι άμεσης φορολογίας, η χαμηλή φορολογία κληρονομιών, η δασμολογική προστατευτική πολιτική (γαιοκτήμονες – τσιφλικάδες) κ.ο.κ. είναι ορισμένα μέτρα στήριξης και κυρίως προσέλκυσης των κεφαλαιούχων της διασποράς.

       Το κεφάλαιο της διασποράς όμως δε δικαίωσε ούτε τις ενδόμυχες επιθυμίες των εφημερίδων που θριαμβολογούσαν, ούτε πολύ περισσότερο τις πολιτικές επιλογές του Χαρίλαου Τρικούπη, που συμπυκνώνονται στη στήριξη του παροικιακού κεφαλαίου για την εκβιομηχάνιση της χώρας, την οικονομική απογείωση και το μετασχηματισμό των δομών της. Η «Κλειώ» της Τεργέστης θριαμβολογεί και συγκρίνει τους ομογενείς κεφαλαιούχους με τους Τουρκομάχους ήρωες του ’21. Το παράδειγμά της ακολουθούν και άλλες εφημερίδες της εποχής, πιστεύοντας ότι οι ομογενείς θα πετύχουν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας με μέσο την εκβιομηχάνιση. Ο ενθουσιασμός αυτός προκαλείται με την ίδρυση τραπεζών, στις αρχές της δεκαετίας του 1870. Το παροικιακό κεφάλαιο όμως δε δικαίωσε ούτε στο ελάχιστο αυτές τις θριαμβολογίες. Η λειτουργία του στην Ελλάδα δεν είχε αντιστοιχίες και ομοιότητες με τη λειτουργία των ευρωπαίων κεφαλαιούχων στις χώρες τους, κατά την περίοδο του καπιταλιστικού μετασχηματισμού αυτών. Αυτό είχε βαθύτατη επίδραση στην εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας και γενικότερα στην ιστορία της χώρας ως τα μέσα του 20ου αιώνα. Οι διαφορές αυτές οφείλονται και στο είδος των διεθνών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της ελληνικής διασποράς που διαμόρφωσαν την επιχειρηματική της παράδοση και νοοτροπία. Η επιχειρηματική της παράδοση ήταν έντονα εμπορική και εντελώς ξένη προς τη βιομηχανική δραστηριότητα. Επομένως, ο τομέας στον οποίο οι ομογενείς δε θα επενδύσουν ούτε κεφάλαια ούτε τις προσόδους από τις χρηματιστικές τους εργασίες στην Ελλάδα θα είναι ο βιομηχανικός. Το παροικιακό κεφάλαιο προσανατολίστηκε σε μη παραγωγικές επενδύσεις, όπως στην αγορά αγροτικής και αστικής γης, στο εμπόριο, στα δημόσια έργα, και στις τραπεζικές και χρηματιστηριακές δραστηριότητες. Οι δραστηριότητες αυτές των ομογενών κατέγραψαν και τα χαρακτηριστικά των επενδύσεών τους. Οι περισσότερες επενδύσεις ήταν κατάλληλες για εύκολη, ασφαλή ρευστοποίηση και μεταφορά του κεφαλαίου στο εξωτερικό σε επικίνδυνες ή αβέβαιες καταστάσεις


(Σ. Τζόκα,Ανάπτυξη και Εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα. Υπανάπτυξη ή Εξαρτημένη Ανάπτυξη, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1998,, σσ. 36-38).

Πολλοί Έλληνες διέμεναν και δραστηριοποιούνταν οικονομικἀ στη συνοικία Πέραν της Κων/πολης


Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΕΦ.Β 10. Η πτώχευση του 1893 και ο ΔΟΕ



Αντλώντας στοιχεία από τα παρακάτω κείμενα και αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις, να καταγράψετε τα αποτελέσματα από την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (1898) στην Ελλάδα. (ΗΜΕΡ 2004)

ΚΕΙΜΕΝΟ Α
 Η πτώχευση της Ελλάδας ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας τέτοιας δανειακής επιβάρυνσης εξανάγκασε το ελληνικό κράτος να αποδεχθεί τη μέγιστη των ταπεινώσεων, την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Η διεθνής οικονομική επιτροπή, η οποία συστάθηκε με υπόδειξη των Μεγάλων Δυνάμεων, αποτελείτο από εκπροσώπους των ξένων τραπεζών και έδρευε στο ελληνικό έδαφος, ενώ ο ρόλος της δεν σταματούσε στον έλεγχο και τη διαχείριση των εσόδων του κράτους, αλλά προχωρούσε και στη βαρύνουσα γνωμάτευση για την έκδοση χρήματος, για τη σύναψη δανείων και γενικά για όλα σχεδόν τα δημοσιονομικά θέματα. Οι υπερεξουσίες αυτές της διεθνούς οικονομικής επιτροπής ουσιαστικά αναιρούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα τις εξουσίες της ελληνικής κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου, καθώς οι αποφάσεις του κράτους για σχεδιασμούς οικονομικής ανάπτυξης ελέγχονταν από εξωελλαδικά κέντρα, ερήμην του ελληνικού λαού.
(Σ. Τζόκα, «Ανάπτυξη και Εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα», σσ. 188-189)

ΚΕΙΜΕΝΟ Β
 Το μέγεθος του τραυματισμού της εθνικής φιλοτιμίας μπορεί να γίνει κατανοητό, αν αναλογισθεί κανείς ότι πριν από τον πόλεμο οι έλληνες πολιτικοί ήταν πεπεισμένοι ότι ο οικονομικός έλεγχος από ξένους ήταν ασυμβίβαστος με το αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης, αφού αφαιρούσε από τον έλεγχο του κοινοβουλίου τη φορολογική πολιτική, που αποτελούσε τη βασική αρμοδιότητά του. Όπως έλεγε ο βουλευτής Άρτας και πρώην υπουργός Οικονομικών Κων/νος Καραπάνος «μόνον εις τα ασιατικά έθνη, τα μη έχοντα την συναίσθησιν της εθνικότητος αυτών, και τα διεπόμενα υπό του θείου δικαίου, είναι δυνατή η επιβολή και η λειτουργία ξενικού ελέγχου». Σύμφωνα με αυτή τη λογική, στην κοινοβουλευτική Ελλάδα δεν μπορούσε να επιβληθεί ένα σύστημα που εφαρμόστηκε στη θεοκρατική Οθωμανική Αυτοκρατορία. ... Στην πράξη, η λειτουργία του ελέγχου στην Ελλάδα πέτυχε απόλυτα στην αποστολή προστασίας των συμφερόντων των ομολογιούχων. Στη συνέχεια όμως αδιαφόρησε για τον εξορθολογισμό των ελληνικών δημοσιονομικών πραγμάτων, ακόμη και σε περιπτώσεις που παραβιάζονταν το πνεύμα της ρύθμισης και οι ρητοί περιορισμοί του νόμου ΒΦΙΘ του 1898.
 (Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αι., Χρ. Χατζηιωσήφ, «Η Μπελ Επόκ του Κεφαλαίου», σσ. 312, 316)

Από εφημερίδα της εποχής